Προφιλ

Η φωτογραφία μου
Αρχιτέκτων Μηχανικός Ε.Μ.Π., MSc in Design & Digital Media Edinburgh University, DrPhil Πανεπιστημίου Αθηνών

29 Σεπτεμβρίου 2010

Το χάρισμα της θεωρητικής «ματιάς»

H αρχιτεκτονική είναι άμεσα και άρρηκτα συνδεδεμένη με την καθημερινότητα και άρα με τις σχέσεις, δηλαδή τη διαθεσιμότητα των ατόμων σε κοινωνικές και διαπροσωπικές συναλλαγές, την αναφορικότητα του προσώπου και εκστατικότητα της ύπαρξης. Ο Γιανναράς συνδέει την έκ-σταση με το πρόσωπο, το οποίο νοεί ως δυνατότητα σχέσης. «Με την λέξη πρόσωπο», γράφει, «προσδιορίζουμε μιαν αναφορική πραγματικότητα». Επίσης θεωρεί την συνείδηση ως «προσωπική» ιδιότητα. (ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ Χρήστος, Το Πρόσωπο και ο Έρως)
Στην καθημερινότητα αυτή, που μου γίνεται αντιληπτή ως σύμπλεγμα αναγκών, ροή συναισθήματος, κόσμο πνευματικής πίεσης και αποσυμπίεσης και τόπο ιδεών, εμφωλεύει η έννοια της κλίμακας (θεωρητικό πρίσμα), καθώς περικλείεται μέσα της η εγγύτερη ή μακρύτερη προοπτική των πραγμάτων (χρονική παράμετρος) και εκφράζεται αντιστοίχως μια στενότερη ή πιο εκτεταμένη εικόνα για το «πλήθος» της ζωής.
Και πράγματι: η ζωή αποτελεί το αντικείμενο της αρχιτεκτονικής δημιουργίας, είτε αυτή διαφοροποιείται σε ιδιωτική και δημόσια είτε διακρίνεται σε προσωπική και οικογενειακή, χαοτική ή οργανωμένη, ακόμα και όταν προσεγγίζεται μέσα από τη μεταφυσική της διάσταση, γεγονός που μαρτυρούν ταφικά μνημεία του παρελθόντος, κοιμητήρια του σήμερα και πολλά άλλα μνημεία. Γι΄αυτό και πιστεύω ότι η αγάπη για τη ζωή πρέπει να είναι το κύριο μέλημα της αρχιτετκονικής διδασκαλίας εν γένει και το σημείο αναφοράς διδασκόντων και μαθητών, ειδάλλως η έμπνευση.
Μεταφερόμενοι στην Ελλάδα του σήμερα, σε χρόνο παροντικό, θεωρώ ότι χρειάζεται προβληματισμός γύρω από το «χρώμα»  της καθημερινότητας και την εμψύχωση του «σημερινού», κάτι που θα μπορούσε να επιτευχθεί δια της συγκίνησης. Διότι στη χώρα αυτή, όπως έχει ειπωθεί, υπάρχει ευτυχώς άφθονο συναίσθημα, όμως όπως γράφει ο Στέλιος Ράμφος σε πρόσφατη συνέντευξή του, συχνά εκδηλώνεται αδιακρίτως και με έπαρση. «Τότε μοιραία σου μένει να αγαπάς όπως μισείς, δηλαδή αδιακρίτως... μια συναισθηματική αδιακρισία η οποία μετράει σε αυθεντικότητα σε μέτρο εκρηκτικό... Ένα θέμα που πρέπει να προσέξουμε πάρα πολύ είναι η έπαρσή μας στο συναίσθημα. Μέχρι τώρα το είχαμε κάνει άλλοθι». (29/04-5/05/2010 FAQ INTERVIEW - Συνέντευξη Θανάσης Λάλας και Κωνσταντίνος Μπόγδανος)
Αυτό το αδιάκριτο συναίσθημα καμιά φορά προδίδεται μέσα από καταστάσεις ψυχικής αγκύλωσης, επιθετικότητας και δραματικής συμπεριφοράς που κάνουν το άτομο να δυστυχεί και την δραματικότητα να διαιωνίζεται.
Η αρχιτεκτονική, από την άλλη, είναι τέχνη υψηλή. Συνεργάζεται με το φως και τον άνθρωπο για να γεφυρώσει χάσματα μεταξύ του lifestyle και της πραγματικής ζωής, της σπασμωδικής ευτυχίας και της αληθινής χαράς. Επιπλέον, ο αρχιτεκτονημένος χώρος, προϊόν της διαδικασίας του σχεδιασμού, έχει τη δύναμη να μετατρέπει και να δημιουργεί ακόμα προϋποθέσεις δράσης και δραστηριότητας. Αυτή δε η πληροφορία για τη δύναμη της αρχιτεκτονικής γραφής, είναι αποθηκευμένη στην τόσο αγαπητή έννοια: τόπος.
Στον υψηλό στόχο της αρχιτεκτονικής, η έννοια της δραματικότητας δε χωράει. Χωράει όμως το δράμα, δηλαδή η τέχνη του δράματος που ζυμώνει την αντίληψη του κόσμου και τον προετοιμάζει για τα πράγματα. Από την άλλη, η αρχιτεκτονική υλοποιείται και σε αυτό το σημείο επεισέρχεται η ευθύνη και ο ηθικός προσανατολισμός του επαγγελματία αρχιτέκτονα, τα οποία αποτέλεσαν τον θεματικό άξονα της ομιλίας μου στο Συνέδριο στην Πάτρα με θέμα: «Φιλοσοφική Ερμηνευτική και Αρχιτεκτονική Εκπαίδευση».
Στην αρχιτεκτονική υπάρχει περιθώριο πειραματισμών, όμως πρέπει διαρκώς, παράλληλα με την εφαρμογή, να καλλιεργείται και η συνείδηση του αρχιτέκτονα, καθώς μια συρροή ά-μορφων και ά-σχημων πραγμάτων θα προσβάλλει σταδιακώς την αισθητική, ώστε το σύνολο του κόσμου να αποκλίνει και από την ηθική διάσταση της ζωής. Χρειάζεται λοιπόν η ανάπτυξη της ηθικής αίσθησης που «... όπως την χαρακτηρίζει ο Κόντος, στοιχειοθετεί τη δυνατότητα ερμηνείας των πράξεων και την ηθική εγρήγορση». (ΚΟΝΤΟΣ Παύλος, Η Αριστοτελική Ηθική ως Οντολογία)
Η απώλεια της αισθητικής και ως εκ τούτου της αίσθησης του ωραίου σημαίνει και απώλεια της προσπάθειας για πνευματική πρόοδο και για αναγνώριση – σύγκριση – μίμηση - μάθηση. Κυρίως όμως, για έναν αρχιτέκτονα που σχεδιάζει και παράγει χώρο, η απώλεια της αισθητικής ίσως να προέρχεται συχνά από την επιτήδευση, δηλαδή την αφύσικη συμπεριφορά του δημιουργού και την απομάκρυνσή του από την πραγματικότητα και την ανάγκη.
Έτσι, πιστεύω ότι η ομορφιά σχετίζεται με τη φυσικότητα, όπως και η ηθική σχετίζεται με τη συγκρότηση, τη σύνεση και τη φρονιμάδα. Οπότε, ενώ προτείνω την αντικατάσταση της δραματικότητας από το δράμα, τη φύση θα την υποκαθιστούσα με τη φυσικότητα. Έτσι όσον αφορά στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό ως συνειδητή διαδικασία, δίπλα στο δίπολο δραματικότητα-φύση, αντιπροτείνω το δίπολο δράμα-φυσικότητα.
Επιπλέον ας πούμε, ότι στην εποχή του ρομαντισμού, όπου έναντι της λογικής κυριαρχούσε το συναίσθημα και θεωρούνταν κυρίαρχο διαρθρωτικό στοιχείο της καθημερινότητας, «...όλα τα μέσα που χρησιμοποίησαν οι ρομαντικοί για να κατακτήσουν τη ζωή, δεν έφταναν παρά για έναν ωραίο θάνατο... Γιατί η προσπάθειά τους να αγκαλιάσουν τα πάντα τους έκανε σκλάβους του κάθε τους πεπρωμένου» , γράφει ο Λούκατς. Οι ρομαντικοί λοιπόν εξυμνούσαν μια ποιητική και ψυχική ζωή και όχι την πραγματική ζωή. (ΛΟΥΚΑΤΣ Γκέοργκ, Η Ψυχή και οι Μορφές)
Φυσικά πράγματα όλα αυτά, όμως η αρχιτεκτονική δεν παύει να υπηρετεί και να δίνει προς τη ζωή. Η αρχιτεκτονική συνοδεύει και προβληματίζεται γύρω από τον αγώνα των κοινωνικών ομάδων που προσπαθούν να ζήσουν και να εξελιχθούν, δημιουργεί «δοχεία ζωής», χώρους πολιτικής και πολιτιστικής δράσης και δραστηριότητας, οικογενειακές εστίες, κύτταρα και πρότυπα αστικής ζωής, χώρους εκπαίδευσης και ανάπτυξης, διοίκησης και οργάνωσης, άμυνας και προστασίας, προσφοράς και προώθησης, θεραπείας και ίασης, φιλίας και διαπροσωπικών συναλλαγών, λατρείας και συνάντησης με το Θεό.
Η αρχιτεκτονική λοιπόν υπηρετεί τη ζωή, χειρονομώντας αποφασιστικά: κάνει τομές (απόφαση), χαράζει όρια (όριο), παίρνει θέση (position), σέβεται (ηθική), μετράει (μέτρο), υπολογίζει (αντιλαμβάνεται, π.χ. ιστορία), αναγνωρίζει (συγκίνηση και αποκάλυψη) και ως εκ τούτου ταυτόχρονα μάχεται ενάντια στην κοινωνική -και κατ’ επέκταση ψυχική- ακαμψία και αγκύλωση.
Ο αρχιτέκτονας αφουγκράζεται και διοχετεύει τον κόσμο μέσα από τα δομημένα κανάλια της επιστήμης του: Δίκτυα, συστήματα, δομές, πλαίσια, όρια, καθώς επίσης μορφοποιημένη ουσία, αποτύπωση του πολιτικού ιδιώματος και μεταγραφή της συναισθηματικής δομής της κοινωνίας.
Ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός δεν είναι μονοσήμαντη διαδικασία, η επιτυχία ωστόσο είναι να βρεθεί αυτή η οδός, από την οποία αποκλείεται η πληθώρα λύσεων, αλλά όμως ενισχύεται ο πλουραλισμός στις εκδηλώσεις της ζωής και κερδίζεται μια ολοένα αυξανόμενη δημιουργική ροή, που με νομοτελειακό τρόπο και παράλληλα μυστηριακά, δηλαδή αποκαλυπτικά και με οδηγό τη χαρά της δημιουργίας, φανερώνει στο διάβα της εικόνες, παραστάσεις και πράγματι (!) συναισθήματα, που όμως διακριτικά ξυπνούν την ψυχή από κάποιο λήθαργο.
Μιλώντας για αρχιτεκτονική, μερικές φορές αντιλαμβανόμαστε έναν κόσμο εικόνας. Γίνεται λόγος για όραμα, για το βλέμμα του αρχιτέκτονα, για τη σημερινή εικόνα της κοινωνίας, το μάτι του ειδικού... Όμως, την αξία της θεωρίας την εντοπίζω στην εξασκημένη ικανότητα κάποιου πρωτίστως να ακούει και έπειτα να αναγνωρίζει, να βλέπει, να παρατηρεί. Η θεωρία είναι σαν μια χώρα, στην οποία κάποιος εισέρχεται, όταν αντέχει να γνωρίζει τη θέση του, πού στέκεται σε βάθος και προοπτική χρόνου, ως σημείο πάνω σε μια χρονική ροή, και επιπλέον αντιλαμβανόμενος το δυναμικό του, τόσο ως προς τις θετικές του προεκτάσεις, όσο και ως προς αδυναμίες του. Για τον θεωρητικό νου, είναι λοιπόν πολύ σημαντικό να γνωρίζει τι δε γνωρίζει: η α-πορία ως αρχή της θεωρητικής σκέψης.
Με βάση αυτό το σκεπτικό, θεωρώ ότι το χάρισμα της θεωρητικής «ματιάς» ξεκινάει με ένα κάλεσμα και συνεχίζεται με ακούσματα που δέχεται κάποιος, όταν καταφέρνει την αποστασιοποίηση, ώστε μετά του παρέχεται η χάρη της εποπτείας και η δύναμη της κατανόησης, για να μπορέσει κάθετα να διέλθει μέσα από τα πράγματα και να αναγνώσει τις ανάγκες των καιρών. Αυτή η ακολουθία συνιστά και ένα δημιουργικό μονοπάτι.
Διατηρώντας ο αρχιτέκτονας ως κεντρικό άξονα την αρχιτεκτονική, αλλά εμπλουτίζοντας τον τρόπο σκέψης του, προσεγγίζεται όλο και περισσότερο η καθημερινότητα και η ζωή που την συν-κινεί, ώστε τα σώματα των κτιρίων να μη μένουν άψυχα και οι χώροι να αναπνέουν και ο τόπος να υφίσταται. Διότι άψυχο «σώμα» δεν κάνει τίποτα και ολόκληρη εκστρατεία στην Τροία δε θα είχε συμβεί αν η Ελένη ήταν μια ξεφούσκωτη κούκλα.
Σαρκαστικά αναφέρει ο Λουκιανός σε νεκρικό του διάλογο:
(ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ ΝΕΚΡΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ - ΜΕΝΙΠΠΟΥ ΚΑΙ ΕΡΜΟΥ)
Μ. Ερμή πού βρίσκονται οι ωραίοι και οι ωραίες; Ξενάγησέ με σε παρακαλώ, καθώς είμαι νεοφερμένος.
Ε. Δεν έχω πολλήν ώρα στη διάθεσή μου βρε Μένιππε, αλλά να, παρατήρησε εκεί στα δεξιά, εκεί βρίσκονται ο Υάκινθος, ο Νάρκισσος, ο Νιρέας, ο Αχιλλέας, και η Τυρώ και η Ελένη και η Λήδα και όλες οι παλιές ομορφιές.
Μ. Εγώ βλέπω μονάχα κόκαλα και κρανία άσαρκα και όμοια μεταξύ τους.
Ε. Και όμως αυτοί είναι που όλοι οι ποιητές θαυμάσανε, αυτά τα κόκαλα που εσύ καταφρονείς.
Μ. Τουλάχιστον δείξε μου την Ελένη, δεν μπορώ να την ξεχωρίσω.
Ε. Να, αυτό το κρανίο είναι της Ελένης.
Μ. Δηλαδή για τούτο εδώ το καύκαλο γεμίσανε χίλια καράβια με τα νιάτα όλης της Ελλάδας και σκοτώθηκαν τόσοι Έλληνες και βάρβαροι και αναστατώθηκαν τόσες πόλεις;
Ε. Βλέπεις εσύ Μένιππε δεν είδες ζωντανή αυτή τη γυναίκα. Αν την είχες δει θα έλεγες και συ: «Ας βρίσκομαι κοντά σ’ αυτή τη γυναίκα και ας υποφέρω πολλά». Γιατί και τα λουλούδια αν δει κανείς ξερά, να έχουν χάσει το χρώμα και το σχήμα τους, δεν μπορεί να φανταστεί πόσο όμορφα ήταν όταν ήταν νωπά.
Μ. Λοιπόν απορώ Ερμή, πως δέχτηκαν οι Αχαιοί να υποφέρουν για κάτι που τόσο γρήγορα και τόσο εύκολα μαραίνεται
Άμεσα λοιπόν συνδεδεμένη η ψυχή με το σώμα και ο νους, οφθαλμός της ή εποπτεία ή συνείδηση...
Όμως, κάποια στιγμή έρχεται το τέλος των θεωριών και η αρχή των πραγμάτων.
Ε. Δεν έχω καιρό βρε Μένιππε να κάτσω να φιλοσοφήσω μαζί σου. Διάλεξε όποιο μέρος θέλεις και βολέψου. Εγώ πρέπει να πάω να φέρω καινούργιους πεθαμένους.
Και η αρχή των πραγμάτων τοποθετείται στην αρχή της Ανάγκης, που τόσο ωραία προσωποποιείται στον «Τίμαιο» του Πλάτωνα. Σύμφωνα με ανάλυση του πλατωνικού διαλόγου από τον Κάλφα, η Ανάγκη χρονολογικώς προηγείται του Δημιουργού και στερείται σκοπιμότητας. Ο Δημιουργός επεμβαίνει προσπαθώντας να συνεργαστεί με την Ανάγκη και προσφέροντας την έλλογη δράση του, ωθεί την κατάσταση στο κάλλιστο αποτέλεσμα. Η Ανάγκη στον «Τίμαιο» αποτελεί μια μηχανική αιτιότητα.
Πράγματι, η συνάντηση της ανάγκης με το δημιουργό και η συνεργασία τους με σκοπό ένα όλο και πιο καλό αποτέλεσμα, είναι κατεξοχήν μέριμνα της αρχιτεκτονικής και το σημείο, όπου η καλλιτεχνική δημιουργία αποκτάει τις περιοριστικές διαστάσεις του επείγοντος, οριοθετείται χρονικά και οικονομικά και υλοποιείται επιτέλους.
Εκεί είναι που η θεωρία της αρχιτεκτονικής υποχωρεί ενσυνείδητα για να παύσει κάποιος πιθανός συνειρμός που κινδυνεύει να χαθεί σε μονοπάτια ατελείωτης θεωρητικολογίας και επέκτασης στον κόσμο των ιδεών. Ευτυχώς, λοιπόν, η αρχιτεκτονική είναι και παραμένει επιστήμη πρακτική που δέχεται όλα τα παραπάνω, με την ισχυρή όμως συναίσθηση ότι το κτισμένο και χρειάζεται και εξυπηρετεί και έχει ζήτηση.